ἑτεροδυναμία

ἑτερο-δῠνᾰμία, ,
A shifting of strength, Sch.Il.7.26.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροδυναμία — ἑτεροδυναμία, ἡ (Α) [ετεροδύναμος] η αλλαγή, η μετατόπιση τἡς δύναμης …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροδυναμίας — ἑτεροδυναμίᾱς , ἑτεροδυναμία shifting of strength fem acc pl ἑτεροδυναμίᾱς , ἑτεροδυναμία shifting of strength fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.